ἑορτασμός

ἑορτ-ασμός, ,
A = ἑόρτασις, Plu. 2.1101e (nisi leg. -ασίμων), Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εορτασμός, ο — και γιόρτασμα,το το να γιορτάζει κάτι ή κάποιος (κάτι), πανηγυρισμός, τέλεση γιορτής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εορτασμός — ο (AM ἑορτασμός) [εορτάζω] η διοργάνωση και τέλεση εορτής …   Dictionary of Greek

  • εορτασμός — [эортазмос] ουσ. а празднование …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἑορτασμῶν — ἑορτασμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιορτασμός — ο ο εορτασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < εορτασμός, με ανάπτυξη j από τη συνίζηση του συμπλέγματος εο (πρβλ. εορτάζω γιορτάζω)] …   Dictionary of Greek

  • πανηγύρι — Συγκέντρωση πλήθους για εορτασμό από κοινού. Πανηγυρικός εορτασμός στην επέτειο αγίου, ή και το συμπόσιο και ο χορός που ακολουθούν μετά τον θρησκευτικό εορτασμό. Τα π. ήταν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες. Στα αρχαία π., εκτός από τους αθλητικούς… …   Dictionary of Greek

  • συνεορτασμός — ο, Ν 1. εορτασμός μαζί με άλλον ή με άλλους, συμμετοχή σε εορτασμό 2. εορτασμός και άλλης εορτής («συνεορτασμός τής ενηλικίωσης και τών γενεθλίων»). [ΕΤΥΜΟΛ. < συνεορτάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Στ. Δραγούμη] …   Dictionary of Greek

  • National Organization of Crete — The National Organization of Crete (Greek: Εθνική Οργάνωση Κρήτης, abbreviated EOK) was an organization established in Crete by British Intelligence during the Axis occupation of Greece in World War II. EOK, predominantly Venizelist in sympathy… …   Wikipedia

  • Теофания в Греции — Традиция бросания креста в водоем, чтобы ловкий юноша его выловил из ледяной воды и таким образом гарантировал себе успех в новом году. Празднование Теофании гречес …   Википедия

  • Πάσχα — Μια από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές γιορτές της χριστιανοσύνης, η οποία γίνεται σε ανάμνηση του θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού. Αρχικά ήταν εβραϊκή γιορτή (ο όρος προέρχεται από το εβραϊκό πεσάχ = διάβαση), που συνδεόταν με τη βιβλική… …   Dictionary of Greek

  • Πλαταιές — I Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, στα σύνορα με την Αττική, μεταξύ των βόρειων κλιτύων του Κιθαιρώνα και του ποταμού Ασωπού. Από τα λίγα ευρήματα προκύπτει ότι η περιοχή είχε κατοικηθεί από την προϊστορική εποχή. Στους ιστορικούς χρόνους, οι Π.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.